λιθοτομικός

λιθοτομικός
λιθο-τομικός, ή, όν, zum Steinschneiden, -hauen gehörig, ἡ λιϑοτομική, sc. τέχνη, die Kunst des Steinhauens

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • λιθοτομικός — λιθοτομικός, ή, όν (Α) [λιθοτόμος] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη λιθοτομία 2. ο ικανός ή κατάλληλος για την τομή και την εξαγωγή λίθου από την ουροδόχο κύστη 3. το θηλ. ως ουσ. ἡ λιθοτομική η τέχνη τής τομής λίθων …   Dictionary of Greek

  • λιθοτομικαί — λιθοτομικός of fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιθοτομικήν — λιθοτομικός of fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”